Με τις ευλογίες της Α. Μ. του Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Χρυσοστόμου Β΄ και του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου, ο Επίσκοπος Μεσαορίας κ. Γρηγόριος θα συνοδεύσει από τη Λευκωσία στην κοινότητα Φλάσου το Ιερό Λείψανο του Αγίου Δημητριανού Επισκόπου Χύτρων (Κυθρέας), την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2020 (ώρα άφιξης: 5.30 μ.μ.), για προσκύνηση από το Χριστεπώνυμο πλήρωμα της Αγιωτάτης Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Το Ιερο Λείψανο του Αγίου Δημητριανού επισκόπου Χύτρων, θα παραμείνει στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητριανού, στη Φλάσου έως την Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2020, το απόγευμα.
Ακολουθεί το πρόγραμμα των πνευματικών εκδηλώσεων:
![]()
Θλίψη σκόρπισε στην Πάφο η είδηση πως ο πάτερ Εμμανουήλ, εφημέριος του Ιερού Ναού Παναγίας Ευαγγελιστρίας στην Ίνια, κοιμήθηκε.
Συγκεκριμένα, ο πάτερ Νεόφυτος κοιμήθηκε χθες, 04 Νοεμβρίου, βυθίζοντας στη θλίψη όλους όσους το γνώριζαν.
Ο πάτερ Νεόφυτος ήταν εφημέριος στην Ίνια από το 1953.
Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει αύριο Παρασκευή 06/11 στον Ιερό Ναό Παναγίας Ευαγγελιστρίας στην Ίνια στις 12:00 το μεσημέρι.
Η συντήρηση του θεσμού της Εκκλησίας και το φιλανθρωπικό και το ιεραποστολικό έργο της χρειάζονται σημαντικές δαπάνες, οι οποίες καλύπτονται από εισφορές των πιστών και την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ο πρώτος γνωστός που εισφέρει για τις ανάγκες της πρώτης Εκκλησίας, της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, ήταν ένας Ιουδαίος από την Κύπρο, ο Ιωσής, που ονομάστηκε από τους αποστόλους Βαρνάβας (Υιός παρηγοριάς), ο εκ των ιδρυτών της Εκκλησίας της Κύπρου και προστάτης της. Συγκεκριμένα, πωλεί ένα χωράφι του και φέρνει τα χρήματα στους Αποστόλους, για τις ανάγκες της Εκκλησίας. Στο πέρασμα των αιώνων, τα περισσότερα προβλήματα αντιμετώπισε η Εκκλησία (Πατριαρχείο) Ιεροσολύμων, που από τα πρώτα βήματά του γνωρίζει τον κατατρεγμό των Εβραίων (μαρτύριο Αποστόλου Ιακώβου, διακόνου Στεφάνου, φυλακίσεις, οικονομικός αποκλεισμός κ.ά.), τον κατατρεγμό των εθνικών, την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. κατά την επανάσταση των Ιουδαίων εναντίον των Ρωμαίων, τους διωγμούς των Ρωμαίων, τις πολλές αιρέσεις, τις εισβολές Περσών, Αράβων, Σταυροφόρων, Μαμελούκων της Αιγύπτου και Τούρκων.
Γι’ αυτό οι πιστοί πάντοτε δίδουν! Από τις σημειώσεις στα περιθώρια εκκλησιαστικών χειρογράφων, αλλά και από άλλες πηγές (κώδικες, επιστολές, έγγραφα μεταβιβάσεων) μαθαίνουμε ότι δίνουν χωράφια, κήπους, χρήματα, δέντρα, ζώα (αγελάδες, γαϊδούρια, μουλάρια), εκκλησιαστικά και άλλα είδη. Σημαντικό μέρος των δωρεών από την Κύπρο δίνονταν στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Ακόμη ο Φίλιππος Φλάτρου δωρίζει τα εισοδήματα του χωριού Τάλα (1523) και άλλοι ολόκληρες μονές. Η περιουσία αυτή πρέπει να αξιοποιηθεί προς όφελος του Πατριαρχείου, αλλά συχνά γίνεται αρπαγή της από Τούρκους, χριστιανούς άλλων δογμάτων ακόμη και ορθοδόξους. Έτσι, κατά το ταξίδι του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Αγίου Λεοντίου Β’ (1176-1185) προς τα Ιεροσόλυμα, αυτός στάθμευσε στην Κύπρο (χειμώνας 1176), σε μια προσπάθεια αναδιοργάνωσης και καλύτερης αξιοποίησης της περιουσίας του Πατριαρχείου. Σύντομα κατάφερε να επαναφέρει στην ιδιοκτησία του Πατριαρχείου τα ζώα που είχε αρπάξει ο Επίσκοπος Αμαθούντος, καθώς και άλλη περιουσία του Πατριαρχείου που είχε δημευθεί από ένα φοροεισπράκτορα.
Επιτυχής, μετά από πολύχρονο αγώνα, ήταν η προσπάθεια του Πατριαρχείου κατά την Τουρκοκρατία να επαναφέρει στην ιδιοκτησία του σημαντική έκταση γης στην περιοχή της Κερύνειας, καθώς και άλλες εκτάσεις. Όμως, κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, δεν κατάφερε να επανακτήσει τη Μονή του Αγίου Σάββα του Καρόνος στην κοιλάδα του χειμάρρου Διαρίζου.
Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων διέθετε κατά το 19ο αιώνα Μονές [Χρυσοστόμου (στον Κουτσοβέντη), Παναγίας Αψινθιώτισσας (στο Συγχαρί), Αγίου Σίλα (στον Ύψωνα), Αγίου Γεωργίου Οριάτου (στην Κυρά), Αγίας Βαρβάρας (στην Αργάκα Πάφου)], μετόχια (Μιας Μηλιάς, Λευκωσίας) και άλλη περιουσία ((αγροί, δέντρα, νερόμυλοι) σε διάφορες περιοχές της Κύπρου.
Σήμερα η περιουσία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Κύπρο περιορίζεται στις Μονές Χρυσοστόμου, Αψινθιώτισσας και Αγίου Γεωργίου Οριάτου, όλες κατεχόμενες από τα τουρκικά στρατεύματα από τον Αύγουστο του 1974, σε περιουσία στη Λευκωσία, όπου και η προσωρινή έδρα της Εξαρχίας του Παναγίου Τάφου (Πατριαρχείου Ιεροσολύμων) μετά την κατάληψη της Μονής Χρυσοστόμου), και ο ναός του Αγίου Μαρίου, Επισκόπου Σεβαστείας της Σαμάρειας στο Λυθροδόντα. Στην Εξαρχία στη Λευκωσία βρίσκεται ο Ναός της Θείας Αναλήψεως και του Αγίου Ιερομάρτυρος Φιλουμένου.
Σ’ αυτή την παρουσίαση θα γίνει μια πρώτη αναφορά στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Οριάτου και τις σχέσεις της με την Κατωκοπιά. Η Μονή βρίσκεται περίπου 4,5 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού Κυρά, στα διοικητικά όρια του οποίου βρίσκεται, και περίπου 10 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Κατωκοπιάς. Η περιοχή είναι ημιορεινή, στους νοτιοδυτικούς πρόποδες του Πενταδακτύλου. Η Μονή βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 300 μέτρων, στο άκρο ενός χαμηλού οροπεδίου, του οποίου το ύψος φτάνει τα 343 μέτρα. Tα πετρώματα της περιοχής είναι βιοασβεστιτικοί και άλλα ψαμμίτες (αμμόλιθοι), μάργες (άργιλοι πλούσιες σε ανθρακικό ασβέστιο), αμμούχες μάργες, κροκαλοπαγή (αποστρογγυλωμένες πέτρες από τη μεταφορά από το νερό, οι οποίες είναι συγκολλημένες με κάποιο υλικό, όπως το ανθρακικό ασβέστιο), ασβεστόλιθοι και κρητίδες (και τα δύο από ανθρακικό ασβέστιο κυρίως) και άλλα. Η θέση της Μονής είναι δίπλα σε πηγή νερού (το αγίασμα – στα νοτιοδυτικά της), ενώ μικρότερη πηγή υπάρχει στην άλλη πλευρά του οροπεδίου στην περιοχή Στάζουσα. Στην ιδιοκτησία της Μονής υπάρχουν λαξιές (κοιλάδες) με καλλιεργήσιμες εκτάσεις, ενώ μεγάλο μέρος της δεν προσφέρεται για καλλιέργεια και χρησιμοποιείται ως βοσκότοπος. Τα νερά της βροχής στα νότια συγκεντρώνονται με ρυάκια στον Οβγό, παραπόταμο του χειμάρρου Σερράχη, ενώ προς τα βόρεια με ρυάκια στο χείμαρρο Αλουπό.
Δε γνωρίζουμε πότε ιδρύθηκε η Μονή. Πάντως πριν το 971 μ.Χ., έτος κατά το οποίο δωρήθηκε σ’ αυτή «βίβλος», που γράφτηκε από το ναύαρχο Νικήτα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στην αφιέρωση αναφέρεται ως όνομα της Μονής ως Αγίου Γεωργίου του Οριάτου πλησίον Θεομόρφου, δηλ. κοντά στην κωμόπολη Μόρφου. Σήμερα, στους επίσημους χάρτες του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και τους τίτλους ιδιοκτησίας η Μονή αναγράφεται ως Μονή Αγίου Γεωργίου Ρηγάτου. Πώς όμως βρέθηκε η Μονή στην ιδιοκτησία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και μάλιστα γραμμένη ως Μονή Αγίου Γεωργίου Ρηγάτου; Δεν έχουμε πληροφορίες για τη Μονή κατά το Μεσαίωνα, εκτός από μια καταγραφή το 1533 μ.Χ., κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, για το S(an) Zorzi Orati στην περιοχή της διοικητικής περιφέρειας της Πεντάγειας.
Το 1570 με την πρώτη Τουρκοκρατία οι Μονές λεηλατούνται, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1585, κατάσχονται, αλλά μέχρι το 1605 οι πλείστες Μονές είχαν εξαγοραστεί από μοναχούς και γενικά την Εκκλησία και λαϊκούς, χριστιανούς και κάποιες από αυτές δωρήθηκαν στην Εκκλησία της Κύπρου, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και τη Μονή Σινά.
Ο Ρώσος μοναχός Βασίλειος Γρηγόροβιτς Μπάρσκυ (επισκέφθηκε τέσσερις φορές την Κύπρο μεταξύ 1726-1736) αναφέρει ότι η Μονή Χρυσοστόμου δωρήθηκε στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, μετά από επίσκεψή του στους Αγίους Τόπους από ένα χριστιανό, που την είχε εξαγοράσει. Κατά παρόμοιο μάλλον συνέβη και με τις άλλες μονές και μετόχια του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Κύπρο. Ο Μπάρσκυ, που επισκέφθηκε τη Μονή του Αγίου Γεωργίου Οριάτου το 1735, γράφει για οικοδομικές εργασίες που γίνονταν στη Μονή το 1570, όταν έγινε η τουρκική επίθεση κατά της Κύπρου.
Σύμφωνα με το σχέδιο που έκανε κατά την επίσκεψή του ο Μπάρσκυ και την περιγραφή της, γύρω από τη Μονή υπήρχε περιτοίχισμα, που στη νότια πλευρά, που ήταν απότομη (στο χείλος μικρού κρημνού), υπήρχαν αντηρίδες. Στη δυτική πλευρά υπήρχε ωραίο πρόπυλο με πέτρινα σκαλοπάτια μπροστά, στη βορειοδυτική πλευρά, σε διώροφο κτίριο, δύο ως τρία κελλιά και στην ανατολική πλευρά μάντρες ζώων και βοηθητικά κτίρια. Στο μέσο της αυλής βρίσκονταν δύο ενωμένες εκκλησίες, από τις οποίες η νότια ήταν σταυροειδής εγγεγραμμένη με τρούλο, όπου τελούνταν οι ακολουθίες. Η εκκλησία αυτή έχει πολλές τοιχογραφίες, είναι διακοσμημένη με μάρμαρο και η στέγη υποβαστάζεται από τέσσερις κίονες. Ενωμένη με αυτή είναι μια καμαροσκεπής εκκλησία ετοιμόρροπη. Στα δυτικά της Μονής υπάρχει σπηλιά, που προχωρεί κάτω από τον κήπο και το χώρο των θεμελίων, και πέτρινη δεξαμενή για συγκέντρωση του νερού της πηγής, που περιβάλλεται από κτίσμα. Οι μοναχοί ζούσαν από τη γεωργία και την κτηνοτροφία (αίγες και πρόβατα), αλλά έκαναν και εκτροφή ψαριών στο γειτονικό χωρίο Κυρά, όπου είχαν ενοικιάσει τη δεξαμενή της και είχαν κτίριο για διαμονή τους κυρίως το καλοκαίρι. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έστελλε στη Μονή κάθε τέσσερα χρόνια ένα διαχειριστή κληρικό. Όμως, η εικόνα που έχουμε σήμερα για τα κτίρια της Μονής είναι πολύ διαφορετική. Ας δούμε όμως τι συνέβη.
Κατά το 19ο αιώνα έχουμε αρκετές πληροφορίες για τις Μονές του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Κύπρο. Έτσι, η Μονή Χρυσοστόμου, τουλάχιστο μέχρι περίπου τα μέσα του 19ου αιώνα δεν πλήρωνε φόρους, ενώ οι άλλες μονές και τα μετόχια πλήρωναν μόνο το φόρο της δεκάτης, δηλαδή τουλάχιστον το ένα δέκατο της γεωργικής παραγωγής. Η Μονή το 1800 είχε πέντε μοναχούς και το 1825 έξι, έναντι ένδεκα και δέκα αντίστοιχα της Μονής Χρυσοστόμου και μηδέν και τρεις αντίστοιχα της Μονής Αγίας Βαρβάρας, δηλαδή οι τρεις επανδρωμένες Μονές του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων είχαν δεκαέξι μοναχούς το 1800 και δεκαεννέα το 1825. Λόγω των σφαγών που έκαναν οι Τούρκοι το 1821, της καταλήστευσης των Μονών και της Εκκλησίας γενικότερα και της όλης έκρυθμης κατάστασης που ακολούθησε, τέσσερις από τους έξι μοναχούς της Μονής του Αγίου Γεωργίου Οριάτου την εγκατέλειψαν, αλλά ήλθαν άλλοι τέσσερις σ’ αυτή και έτσι ο αριθμός των μοναχών της παρέμεινε σταθερός (έξι)
Σε παλαιότερες εποχές αποστέλλονταν από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων για τη διαχείριση της περιουσίας του στην Κύπρο δύο ή τρεις μοναχοί του στην Κύπρο. Αντιπρόσωπος του Πατριαρχείου στην Κύπρο ήταν ο Πρωτοσύγκελλος και για κάποιες μονές υπάρχει ηγούμενος. Στην πραγματικότητα οι ηγούμενοι αυτοί ήταν επιστάτες, δηλαδή διαχειριστές (ενοικιαστές) της περιουσίας που τους εμπιστευόταν το Πατριαρχείο. Στις μονές και τα μετόχια υπήρχαν και Κύπριοι μοναχοί και εργαζόμενοι. Το 19ο αιώνα ο αριθμός των Αγιοταφιτών μοναχών που αποστέλλονταν από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στην Κύπρο είναι πάλι μειωμένος (μέχρι δύο). Συχνά ο Πρωτοσύγκελλος είναι και Ηγούμενος της Μονής Χρυσοστόμου.
Ο πιο γνωστός Πρωτοσύγκελλος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Κύπρο κατά το 19ο αιώνα είναι ο τρίτος κατά σειρά γνωστός κατά το 19ο αιώνα, ο Αρχιμανδρίτης Νάρκισσος, με δύο θητείες στην Κύπρο. Ηγούμενος στη Μονή Χρυσοστόμου από το 1836, γίνεται και Πρωτοσύγκελλος το 1844-1858 και στη δεύτερη θητεία του Ηγούμενος της Μονής Χρυσοστόμου (1867-1876). Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων αποφασίζει να στείλει κάποιους επιπλέον Αγιοταφίτες μοναχούς για καλύτερη αξιοποίηση της περιουσίας του στην Κύπρο, αλλά κάνει το λάθος να τους αφήσει ανεξάρτητους και όχι υπό τον έλεγχο του Νάρκισσου. Έτσι, ο Κύπριος Ηγούμενος της Μονής του Αγίου Σίλα πεθαίνει αφήνοντας χρέη 15605 γρόσια και τη Μονή σε κακή κατάσταση, ενώ αυτός του Αγίου Οριάτου που έστειλε το Πατριαρχείο παύεται και απομακρύνεται από τη Μονή με χρέη πέραν των 20000 γροσιών.
Η Εκκλησία της Κύπρου ασκούσε ένα είδος εποπτείας στις μονές και τα μετόχια του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και της Μονής Σινά. Έτσι, φρόντιζε, σε συνεννόηση με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, για το διορισμό Επιτρόπου σε Λάρνακα, Λευκωσία και Λεμεσό, δηλαδή αξιόλογων πολιτών, για να βοηθούν τους κληρικούς, να εποπτεύουν και να προστατεύουν τα συμφέροντα του Πατριαρχείου, ιδίως με ενέργειες προς τις τουρκικές αρχές.
Ο Αρχιμανδρίτης Νάρκισσος ήταν αποτελεσματικός, ζούσε σ’ ένα μικρό δίχωρο δωμάτιο στο Μετόχι Μιας Μηλιάς, την κατεξοχήν γεωργική γη του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Κύπρο. Παρά τις κατά καιρούς κατηγορίες εναντίον του (ιδίως όταν παρέδιδε περιουσία του Πατριαρχείου στην Κύπρο στον αντικαταστάτη του), η εκτίμησή μου είναι ότι προστάτευσε τα συμφέροντα του Πατριαρχείου στην Κύπρο, αλλά και τα δικά του, γιατί στην πραγματικότητα ήταν ενοικιαστής περιουσίας του Πατριαρχείου.
Από την αλληλογραφία μεταξύ Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και Κύπρου μαθαίνουμε κάποια ενδιαφέροντα:
-Το 1848 έφτασε στην Κύπρο ένας Μαρωνίτης επίσκοπος, ο οποίος έκρινε ότι κάποιες μονές και μοναστηριακές περιουσίες ανήκαν στους Μαρωνίτες. Έτσι, σφράγισε την Εκκλησία και τα κτίρια της Μονής του Αγίου Γεωργίου Οριάτου. Ο Νάρκισσος αφαίρεσε τις σφραγίδες και συνοδευόμενος από δημογέροντες και άλλους προύχοντες, ενημέρωσε τον Τούρκο διοικητή της Κύπρου Ισμαήλ Αζίζ Πασά, ο οποίος υποχρέωσε το Μαρωνίτη επίσκοπο σε απολογία.
-Ο Νάρκισσος πήγε τουλάχιστο δύο φορές στην Κωνσταντινούπολη, για να φέρει φιρμάνια (αντίγραφά τους), για προστασία της περιουσίας του Πατριαρχείου στην Κύπρο, ξοδεύοντας 35000 γρόσια.
-Κινεί δικαστικές αγωγές εναντίον καταπατητών της περιουσίας του Πατριαρχείου και επαναφέρει στην ιδιοκτησία του περιουσίες που αρπάχτηκαν.
-Προσπαθεί να κινητοποιήσει το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων για επανάκτηση των δύο νερόμυλων της Κυθρέας, που είχαν αρπάξει οι Τούρκοι το 1821.
-Προσπαθεί, αλλά ανεπιτυχώς, να πείσει το Πατριαρχείο να πωλήσει μεμονωμένα και ασύμφορα κτήματα.
-Συνήθως χρησιμοποιεί τη σωστή ονομασία της Μονής: Οριάτου ή Ριάτου.
-Αρχίζει την ανοικοδόμηση της Εκκλησίας της Μονής του Αγίου Γεωργίου Οριάτου, η οποία διακόπτεται με την αναχώρησή του από την Κύπρο το 1858. Η ανοικοδόμηση της Εκκλησίας θα τελειώσει το 1862 με δαπάνη του Πατριαρχείου.
Η εκκλησία που κτίστηκε (μήκος αψίδας ιερού βήματος-δυτικού τοίχου περίπου 16,20 μέτρα και πλάτος περίπου 8,70 μέτρα) είναι καμαροσκεπής, χωρισμένη με σειρά τεσσάρων μονολιθικών κιόνων σε δύο κλίτη, με ξεχωριστή στέγη για το κάθε κλίτος. Αψίδα ιερού βήματος υπάρχει μόνο στο νότιο κλίτος και δίπλα της (στα ανατολικά) υπάρχει πηγάδι. Στην εκκλησία ο Ιωάννης Π. Τσικνόπουλλος κατέγραψε υπολείμματα δύο τοιχογραφιών (Άγιος Ευθύμιος, Άγιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης), ελάχιστα ίχνη των οποίων εντοπίζονται μέχρι σήμερα. Η παρουσία τους και το σχέδιο της Μονής από του Μπάρσκυ το 1735 βεβαιώνουν ότι κάποια τμήματα της προϋπάρχουσας εκκλησίας διατηρήθηκαν και ενσωματώθηκαν στη νέα εκκλησία. Ο ίδιος κατέγραψε πέντε μεγάλες εικόνες, από τις οποίες η μια ήταν δωρεά κατοίκων της Κατωκοπιάς. Στα βόρεια της εκκλησίας υπάρχουν βοηθητικά κτίρια και στα νοτιοδυτικά της υπάρχουν κελλιά («ηγουμενείο»), τα οποία δεν είναι αυτά που ζωγράφισε ο Μπάρσκυ. Πάντως το 1881 τα δωμάτια της Μονής ήταν «καταπεπτωκότα». Η πηγή περιβάλλεται από χαμηλό κτίσμα, μέτρο προστασίας από την αρπακτικότητα των Τούρκων.
Επί Ηγουμένου της Μονής Χρυσοστόμου και Εξάρχου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Κύπρο Αρχιμανδρίτη Ιππολύτου Μιχαηλίδη (1933-1939), έγινε ανακαίνιση της Εκκλησίας. Επί Ηγουμένου και Εξάρχου Αρχιμανδρίτη Ονουφρίου Μουστάκη έγινε στήριξη και ανακαίνιση της εκκλησίας (1955), όπως αναφέρεται σε εντοιχισμένη πλάκα στο νότιο τοίχο της. Την ίδια περίοδο έγινε και ανακαίνιση των κτισμάτων της και κατασκευή μεγάλης δεξαμενής από μπετόν, για τη συγκέντρωση του νερού της πηγής (αγιάσματος).
Μετά την αναχώρηση από την Κύπρο του Αρχιμανδρίτη Νάρκισσου το 1876, η οικονομική διαχείριση της περιουσίας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Κύπρο κατέρρευσε. Ήδη από χρόνια η Μονή της Αγίας Βαρβάρας είχε εγκαταλειφθεί, ενώ οι Μονές Αγίου Γεωργίου Οριάτου και Αγίου Σίλα ήταν χρεωμένες με μεγάλα ποσά, που ουσιαστικά επιβάρυναν το Πατριαρχείο. Γιατί όμως απέτυχε η διαχείριση; Κάποιες από τις βασικές αιτίες είναι οι εξής:
α΄. Κάποιοι από τους διαχειριστές/επιστάτες (ενοικιαστές) δεν είχαν τις απαραίτητες γνώσεις και πείρα. Συγκεκριμένα, στάληκε πρώην καθηγητής πανεπιστημίου, ασθενής να αναλάβει Πρωτοσύγκελλος (1858-1860).
β΄. Η βροχόπτωση της περιοχής της Μονής του Αγίου Γεωργίου Οριάτου, περίπου 330 χιλιοστόμετρα μέση ετήσια βροχόπτωση, επέτρεπε ξηρικές καλλιέργειες, ενώ η πηγή του νερού επέτρεπε την καλλιέργεια μικρής έκτασης και καλοκαιρινών ειδών, εξαιτίας και της πέτρινης δεξαμενής που είχε κατασκευαστεί. Όμως, οι ανομβρίες ήταν συχνές. Έτσι το 19ο αιώνα, σύμφωνα με το «Χρονικό της Λύσης», είκοσι τέσσερα χρόνια ήταν ανομβρία, τέσσερα χρόνια η παραγωγή καταστράφηκε από άλλες δυσμενείς καιρικές συνθήκες (θερμοί άνεμοι, υπερβολική βροχόπτωση το καλοκαίρι), δεκαέξι χρόνια η παραγωγή ήταν μέτρια και πενήντα έξι καλή. Περίπου η ίδια κατάσταση επικρατούσε και στην κύρια γεωργική περιοχή του Πατριαρχείου στην Κύπρο (Μια Μηλιά). Οι ανομβρίες (δηλ. οι περίοδοι κατά τις οποίες η βροχόπτωση ήταν χαμηλή) είχαν ως συνέπεια χαμηλή ή καθόλου παραγωγή. Κάποιες από αυτές διαρκούσαν χρόνια. Στις ανομβρίες οι τιμές των σιτηρών και των άλλων τροφίμων ανέβαιναν πολύ και ήταν περίοδος μεγάλης δυστυχίας. Όταν οι τιμές ανέβαιναν πολύ και οι γεωργοί συχνά δεν είχαν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν ούτε τους απαραίτητους σπόρους, αρκετοί από αυτούς μετανάστευαν στο εξωτερικό.
γ΄. Καταστροφή της παραγωγής από ακρίδες. Εξήντα δύο είδη ακρίδων, με πιο επικίνδυνο είδος το Dociostaurus maroccanus, μπορούσαν να προκαλέσουν μέχρι ολική καταστροφή της παραγωγής. Επειδή μεγάλη έκταση της περιοχής της Μονής του Αγίου Γεωργίου Οριάτου δεν μπορούσε να οργωθεί, λόγω της σύστασής της (πράγμα που συνέβαινε και σε άλλες περιοχές του Πατριαρχείου στην Κύπρο), ήταν τόπος που δεν καταστρέφονταν οι ωομάζες με τα αυγά που γεννούσαν οι ακρίδες. Για αντιμετώπιση των ακρίδων, μαζεύονταν και καταστρέφονταν οι νεαρές (άπτερες) ακρίδες (με κοφίνια και έπειτα με απόχες) και οι ωομάζες. Πολλές φορές έρχονταν σμήνη ακρίδων, όπως της Schistocerca gregaria από γειτονικές χώρες της Αφρικής και κατέστρεφαν την παραγωγή.
δ΄. Από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα αρχίζει σταδιακά να αλλάζει το φορολογικό καθεστώς της περιουσίας του Πατριαρχείου στην Κύπρο. Ενώ μέχρι τότε η Μονή Χρυσοστόμου δεν πλήρωνε φόρους και οι άλλες μονές και μετόχια πλήρωναν μόνο το φόρο της δεκάτης, τους επιβάλλονται νέες φορολογίες, πλέον των έκτακτων βαριών φορολογιών και της διαχρονικής απομύζησης των εισοδημάτων τους με διάφορους τρόπους.
ε΄. Όπως κάθε επιχείρηση, έτσι και η διαχείριση της μοναστηριακής περιουσίας έπρεπε να έχει αρκετά δικά της κεφάλαια. Αυτό συνήθως δε συνέβαινε, γι’ αυτό οι διαχειριστές υποχρεώνονταν να δανείζονται και μάλιστα με τον ψηλό τόκο που ίσχυε τότε.
στ΄. Η μείωση του αριθμού των μοναχών των μονών και των μετοχίων του Πατριαρχείου στην Κύπρο. Έτσι ενώ το 1825 υπήρχαν δεκαεννέα μοναχοί, το 1880 υπήρχαν έξι, από τους οποίους οι τέσσερις είχαν ουσιαστικά εγκαταλείψει τις μονές τους ή δεν έδειχναν το δέοντα σεβασμό στον Ηγούμενο της Μονής Χρυσοστόμου Αρχιμανδρίτη Αβράμιο, όπως αναφέρει ο ίδιος σε επιστολή του προς τον Πατριάρχη Ιερόθεο, απαντώντας σε κατηγορίες τους εναντίον του. Επειδή η χρήση ξένων εργατικών χεριών αυξάνει αρκετά τα έξοδα, η γεωργική εκμετάλλευση των μονών και των μετοχίων είχε καταστεί ασύμφορη. Γι’ αυτό από το 1878 το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ενοικιάζει κτήματα της Μονής της Αγίας Βαρβάρας, το 1879 τα κτήματα της Μονής του Αγίου Σίλα και το 1880 αποφασίζεται η ενοικίαση των υπόλοιπων μοναστηριακών κτημάτων, πλην της Μονής Χρυσοστόμου, όπου θα εδρεύει ο εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Κύπρο
. Η ενοικίαση των κτημάτων επιβαλλόταν και από το γεγονός ότι η Βρετανική αποικιακή κυβέρνηση της Κύπρου επέβαλλε πρόστιμο ή δήμευε κτήματα που δεν καλλιεργούντο για κάποιο χρονικό διάστημα .Έτσι, με την εφαρμογή της απόφασης αυτής στην Κύπρο αποστελλόταν από τα Ιεροσόλυμα ένας κληρικός ως «Έξαρχος του Παναγίου Τάφου» και Ηγούμενος της Μονής Χρυσοστόμου.
Για να γίνει πιο σαφής η εικόνα της επικρατούσας τότε κατάστασης, πρέπει να δούμε τι συνέβαινε το 19ο αιώνα στην Εκκλησία της Κύπρου. Οι σφαγές της θρησκευτικής, της πολιτικής και της οικονομικής ηγεσίας της Κύπρου, οι οποίες συνοδεύτηκαν από λαφυραγωγήσεις, κατάσχεση περιουσιών και οικονομική απομύζηση της Αρχιεπισκοπής, των Μητροπόλεων, των μονών, των εκκλησιών και των πολιτών, συνθήκες που συνεχίστηκαν έντονα για αρκετά χρόνια, επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την άσχημη οικονομική κατάσταση της Εκκλησίας, η οποία υφίστατο συνεχή οικονομική απομύζηση από τους Τούρκους. Γι’ αυτό οι περισσότερες μονές δεν άντεξαν και έτσι διαλύθηκαν το 19ο αιώνα. Συγκεκριμένα από τις είκοσι πέντε μονές της Αρχιεπισκοπικής περιφέρειας και τις Σταυροπηγιακές μονές (οι οποίες υπάγονταν στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου), επιβίωσαν μόνο οι τρεις Βασιλικές και Σταυροπηγιακές Μονές (Κύκκου, Μαχαιρά και Αγίου Νεοφύτου), δηλαδή οι είκοσι δύο (88%) διαλύθηκαν και η κτηματική περιουσία τους πέρασε στην Αρχιεπισκοπή, η οποία φρόντισε για την ενοικίασή της. Ανάλογες καταστάσεις υπήρχαν και στις τρεις Μητροπολιτικές περιφέρειες, π.χ. στη Μητροπολιτική περιφέρεια Κυρηνείας από τις είκοσι περίπου μονές παρέμεινε σε λειτουργία μόνο αυτή του Αγίου Παντελεήμονα στη Μύρτου, ενώ στη Μητροπολιτική Περιφέρεια Πάφου οι Μονές Τροοδίτισσας και Χρυσορρογιάτισσας. Έτσι τον Ιούλιο του 1895, με αγγελία της σε εφημερίδα, η Μητρόπολις Κιτίου προσφέρει προς ενοικίαση κτήματα διαλυμένων μονών στην επαρχία Λεμεσού.
Η ενοικίαση της αγροτικής περιουσίας του Πατριαρχείου στην Κύπρο δεν απέδιδε αρκετά, γι’ αυτό το Πατριαρχείο αποφάσισε την πώλησή της (με εξαίρεση εκείνη της Μονής Χρυσοστόμου) και την αντικατάσταση της με αστική περιουσία. Έτσι, το 1908 το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων προτείνει στη Μονή Κύκκου και στη Μητρόπολη Κυρηνείας την ανταλλαγή της Μονής του Αγίου Γεωργίου Οριάτου με δική τους αστική ή έστω αγροτική περιουσία. Λόγω και του εμπερίστατου της Κυπριακής Εκκλησίας (Αρχιεπισκοπικό ζήτημα, 1900-1910), η υπόθεση δεν προχώρησε και συνεχίστηκε η ενοικίαση των κτημάτων της Μονής.
Κάποια περίοδο κτήματα της Μονής του Αγίου Γεωργίου του Οριάτου ενοικίασαν κάτοικοι της Κατωκοπιάς. Βρίσκουμε στοιχεία για την περίοδο από το 1905 ως το 1944-1945. Συγκεκριμένα, η εικόνα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, που έγινε στη Μονή Σταυροβουνίου το 1909 γράφει επιστασία Χαραλάμπους Χατζηχριστοδούλου και Χατζηλοΐζου Παπαχριστοδούλου εκ Κατωκοπιάς. Τα έτη 1908 και 1909 ήταν καλά από γεωργικής πλευράς και αυτοί ανταπέδωσαν την ευλογία του Θεού, εκτός από το ενοίκιο, και με την κατασκευή της εικόνας. Ο Χατζηλοΐζος (Ρίζα Κατωκοπιάς XVII 2α) ήταν γιος του Παπαχριστόδουλου, που έγραψε το τραγούδι του Λαζάρου (Έαρ ημίν επέφανε τοις πάσι το μηνύον …), που λεγόταν στην Κατωκοπιά και στην ευρύτερη περιοχή Μόρφου. Ο Παπαχριστόδουλος ήταν αδελφός του Σακελλάριου Πέτρου και ήταν παιδιά ενός άλλου Σακελλάριου (που δεν γνωρίζουμε το όνομά του), ο οποίος ήταν γιος του Πρωτόπαπα Λοΐζου (από το Αργάκι), που ήταν γιος του Χατζηπρωτόπαπα Ζένιου (από το Αργάκι), δηλαδή ήταν γιος, εγγονός, δισέγγονος, τρισέγγονος ιερέων και ανεψιός τριών ιερέων). Ο Χαράλαμπος Χατζηχριστοδούλου (Ρίζα Κατωκοπιάς XX 1), διετέλεσε κοινοτάρχης Κατωκοπιάς και ήταν γιος του Χατζηττοουλή που ήρθε από το Αργάκι στην Κατωκοπιά και παντρεύτηκε τη Χατζημηλού Χατζηχαράλαμπου. Ο Χατζηττοουλής προέρχεται από την οικογένεια του Χατζηπρωτόπαπα Ζένιου από το Αργάκι. Δηλαδή, οι δυο ενοικιαστές-διαχειριστές, «επιστάτες» κατά τη μοναστηριακή έκφραση, ήταν εξ αίματος συγγενείς και διαμοίραζαν τα κτήματα και σε άλλους ενδιαφερόμενους κατοίκους της Κατωκοπιάς. Η περιοχή ενοικιαζόταν κάθε τέσσερα χρόνια, και οι καλλιέργειες ήταν σιτηρά (σιτάρι, κριθάρι), κουκκιά, φασόλια, αρτυσιά και άλλα, ενώ η μικρή περιοχή που αρδευόταν από την πηγή του νερού χρησίμευε και για την καλλιέργεια και παραγωγή μελιτζάνων, πιπεριών, μπάμιων, αγγουριών, ντοματών και άλλων.
Για το θερισμό των σιτηρών χρησιμοποιούσαν και εργάτες και εργάτριες από την Κατωκοπιά, που διέμεναν στην ύπαιθρο, ενώ για το ξεχόρτισμα της αρτυσιάς, που γινόταν το χειμώνα (Φεβρουάριο κυρίως) χρησιμοποιούσαν εργάτριες από το γειτονικό χωριό Αγία Μαρίνα. Τα φορτωμένα ζώα διακινούσαν τα φορτία μέσω Κυράς και του δρόμου των Βουναρουλιών (στα ανατολικά της Κατωκοπιάς), ενώ όταν τα ζώα ήταν ξεφόρτωτα, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και το δρόμο Κυράς – Κατωκοπιάς.
Η πληρωμή του ενοικίου για τη Μονή του Αγίου Γεωργίου Οριάτου γινόταν στον Έξαρχο του Παναγίου Τάφου στη Μονή Χρυσοστόμου στις 13 Σεπτεμβρίου. Την ημέρα αυτή, αντιπροσωπεία από την Κατωκοπιά πήγαινε στη Μονή Χρυσοστόμου, πλήρωνε το ενοίκιο, συμμετείχε στον εσπερινό και, μετά τη θεία λειτουργία της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού την επόμενη και το πρόγευμα, επέστρεφαν στην Κατωκοπιά. Άλλοι γνωστοί καλλιεργητές από την Κατωκοπιά είναι οι Χριστόδουλος (Ττόουλος) Χαραλάμπους, Χριστόδουλος Χατζηγέρου, Λοΐζος Κόνιζος, Αργυρός Χατζηλοή (που ήταν κάποια περίοδο διαχειριστής), Γιαννής Μιχαήλ, Χατζηστυλλής Χατζημιχαήλη Ππαραλίκκη, Γιαννής Χατζηστυλλή (ηγετική μορφή), Κυριάκος Γιαννή Χατζηστυλλή (Κούσεττος), Σταύρος Κονόμου και άλλοι.
Τη δεκαετία του 1930 το ενδιαφέρον αρκετών κατοίκων της Κατωκοπιάς για ενοικίαση κτημάτων της Μονής του Αγίου Γεωργίου Οριάτου μειώθηκε. Μερικοί βασικοί λόγοι είναι οι εξής:
α΄. Το λαγούμι της Παλλουδερής (από το 1916) και αργότερα αυτά του Σκλινικάρικου (1934) και του Κτιρκότικου (1936) μετέτρεψαν σε αρδεύσιμη γη αρκετές εκτάσεις της Κατωκοπιάς, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της γης του Αγίου Γεωργίου δεν ήταν αρδεύσιμη.
β΄. Μετά από πολύ καιρό παρενοχλήσεων των κατοίκων της Κατωκοπιάς από κατοίκους των γειτονικών χωριών Πάνω και Κάτω Ζώδειας, οι οποίοι τους εμπόδιζαν να ποτίζουν τα χωράφια τους από το νερό του ποταμού της Περιστερώνας, παραπόταμου του χειμάρρου Σερράχη, το οποίο έφτανε στη γη του χωριού με το δήμμα (αρδευτικό αυλάκι) Ναός, οι Κατωκοπίτες κατάφεραν να μην τους ενοχλούν.
γ΄. Στο τέλος της δεκαετίας του 1920, έγινε Αρδευτική Επιτροπή στην Κατωκοπιά, μέλη της οποίας (Γεώργιος Κόκκινος, Νικολής Χ. Σπανού) με άροτρα συρόμενα από μουλάρια αύξησαν το μήκος των αυλακιών που έπαιρναν νερό από το δήμμα του Ναού και έτσι αυτό αξιοποιείτο καλύτερα και σε μεγαλύτερες εκτάσεις.
δ΄. Άρχισαν επεισόδια εις βάρος των Κατωκοπιτών ενοικιαστών από κατοίκους γειτονικού με τη Μονή χωριού, πλέον των διαχρονικών κλοπών εις βάρος των ενοικιαστών.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο Έξαρχος του Παναγίου Τάφου στην Κύπρο και Ηγούμενος της Μονής Χρυσοστόμου Αρχιμανδρίτης Ονούφριος Μουστάκης καταφέρνει, παρά τις ισχυρές αντιδράσεις κατοίκων της Κυράς, να πωλήσει κάποια κτήματα της Μονής. Έτσι, σήμερα η κτηματική περιουσία της Μονής του Αγίου Γεωργίου Οριάτου στην Κυρά είναι μόνο 4366 δεκάρια.
Τον Αύγουστο του 1974 η περιοχή της Μονής κατελήφθη από τουρκικά στρατεύματα, βεβηλώθηκε, λεηλατήθηκε, ανασκάφηκε το δάπεδό της για αναζήτηση θησαυρών και ανατράπηκε η αγία τράπεζα. Στο εσωτερικό της δεν υπάρχει τίποτε από τον εξοπλισμό της (εικονοστάσι, εικόνες κ.ά.). Τα βοηθητικά κτίρια της Μονής και τα κελλιά έχουν καταρρεύσει.
Ανοικτή στήριξη Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρυσόστομο για την πρόσφατη ενέργεια του να μνημονεύσει τον κ. Επιφάνιο ως προκαθήμενο της Ουκρανικής Εκκλησίας. Ενέργεια η οποία είχε προκαλέσει αποχώρηση του Μητροπολίτη Αθανάσιου από την τελετή χειροτονίας του επισκόπου Αρσινόης.
«Η ἀναγνώρισις τοῦ Οὐκρανικοῦ αὐτοκεφάλου ὑπό τῶν Μακαριωτάτων, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας κ. Θεοδώρου, Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου καί, προσφάτως, ὑπό τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κ. Χρυσοστόμου ἀποτελεῖ οὐσιαστικήν συμβολήν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς ἔμπρακτος συνέπεια καί ἔκφρασις τῆς ἐκκλησιολογίας της, αναφέρει σε μήνυμά του ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 29 χρόνων από την ενθρόνισή του στο Πατριαρχείο» ανέφερε σε χαιρετισμό του σε εκπομπή του ΡΙΚ ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Και είπε ότι η μόνη συνεπής στάση, είναι η αναγνώριση του Ουκρανικού αυτοκεφάλου.
Αναφερόμενος ειδικά στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρυσόστομο, με τον οποίο όπως είπε μοιράζονται κοινά οράματα, ανέφερε ότι είναι αλησμόνητη η στήριξη που προσέφερε και στην υπόθεση της παν ορθοδόξου ενότητάς.
Και ευθαρσώς τάχθηκε ενάντια στην αντίθεση που εκφράστηκε από τους Μητροπολίτες Λεμεσού, Κύκκου, Ταμασού και τον Επίσκοπο Αμαθούντας.
«Πιστεύομεν ότι αι ἀμφισβητήσεις της αποφάσεώς Του να αναγνωρίσει επισήμως την Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν της Ουκρανίας, υπό αδελφών Αρχιερέων της Εκκλησίας Κύπρου, αποκαλύπτουν όχι την ευαισθησίαν των δια την εκκλησιολογίαν, την κανονικήν τάξιν και την ενότητα της Ορθοδοξίας, αλλά μάλλον την αδιαφορίαν των δι᾿ αυτάς, χάριν αλλοτρίων σκοπιμοτήτων» είπε.
Περαιτέρω, ο Πατριάρχης υπενθυμίζει στους Κύπριους Συνοδικούς, πως όταν η Εκκλησία της Κύπρου χρειάστηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αυτό ανταποκρίθηκε.
Δείτε στο πιο κάτω βίντεο ολόκληρο το μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη:
https://youtu.be/K74PPbXRU_E
Ιδιαίτερα έντονος με τη στάση που τήρησαν τέσσερα συνοδικά μέλη, οι Μητροπολίτες Λεμεσού, Κύκκου, Ταμασσού και ο επίσκοπος Αμαθούντος), μετά από τη μνημόνευση του μητροπολίτη Κιέβου από τον ίδιο, εμφανίζεται ο προκαθήμενος της Εκκλησίας.
Σε συνέντευξή του ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β΄ κάνει λόγο για παρασυναγωγή των τεσσάρων που τιμωρείται έως και με καθαίρεση.
Εξηγεί γιατί δεν αποχωρεί από την ηγεσία της Εκκλησίας παρά το γεγονός ότι το είχε σκεφθεί και παρά τα προβλήματα υγείας του.
Γιατί, μακαριότατε, προχωρήσατε αυτή τη στιγμή σε αναγνώριση της αυτόνομης Εκκλησίας της Ουκρανίας;
Το έκανα για έναν σοβαρό λόγο. Είχα προσκληθεί από τον παναγιώτατο τον περασμένο Φεβρουάριο. Πίστευα ότι μπορούσα να συνεχίσω τις προσπάθειές μου να δω όλους τους προκαθημένους και να τους πείσω.
Επειδή υπήρξα για 30 ολόκληρα χρόνια εκπρόσωπος της Εκκλησίας Κύπρου στις πανορθόδοξες διασκέψεις, γνώριζα τις απόψεις όλων των αυτοκέφαλων Εκκλησιών.
Έβλεπα πως η μία Εκκλησία ήθελε να επεμβαίνει στα όρια της άλλης. Και ήμουν ο μόνος που αντιδρούσε και τους έλεγα, «Αδελφοί, καταντήσαμε όλοι, Εκκλησίες εθνικές, πρώτα είμαστε το έθνος και έπειτα ορθόδοξοι. Αυτό είναι σφάλμα».
Πρέπει πρώτα να είμαστε ορθόδοξοι και μετά έθνος. Η Ορθοδοξία πρέπει να μπει μπροστά και να είμαστε ενωμένοι.
Εάν εξαιρέσουμε τις τέσσερις Αποστολικές Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής, τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες τις «γέννησε» η Κωνσταντινούπολη και μάλιστα μετά την άλωση.
Ανάμεσα σε αυτές και τη Ρωσική Εκκλησία. Προς τιμήν του, μάλιστα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έδινε αυτοκεφαλίες και εδάφη του, σε άλλες Εκκλησίες.
Στην περίπτωση της Ουκρανίας ήταν περιφέρεια του Οικουμενικού που την παραχώρησε επιτροπικώς στη Ρωσική Εκκλησία, όπως έγινε και με τις νέες χώρες στην Ελλάδα.
Μετά την πτώση του κουμμουνισμού το Οικουμενικό Πατριαρχείο ζήτησε από τη Ρωσική Εκκλησία να επανέλθει στο καθεστώς προ του 1917, κάτι που αρνήθηκε ο τότε πατριάρχης Μόσχας Αλέξιος.
Και έρχονται σήμερα και έχουν αυτή τη συμπεριφορά. Και εγώ ρώτησα τον οικουμενικό πατριάρχη: Αφού υπάρχουν οι κώδικες, γιατί επεμβαίνει (σ.σ. το Πατριαρχείο Μόσχας);
Γνωρίζω ότι πήρε σήμερα δύο επαρχίες από τη Γεωργία, δύο επαρχίες από την Ουκρανία, πήρε τη μισή χριστιανοσύνη από την Πολωνία, πήρε επαρχίες από τη Ρουμανία.
Πού βρέθηκε στην Αμερική να κάνει αυτοκέφαλη Εκκλησία, ποιος του έδωσε το δικαίωμα; Αυτές οι επεμβάσεις των άλλων σε εδάφη έφερε την αναστάτωση σε όλη την Ορθοδοξία.
Εμείς ως Εκκλησία είμαστε πρώτα Ορθόδοξοι και μετά Έλληνες και αυτό το φυλάμε ως κόρην οφθαλμού.
Γνωρίζω πως πριν προχωρήσετε σε αναγνώριση της Ουκρανικής Εκκλησίας (μνημόνευση Μητροπολίτη Κιέβου) ενημερώσατε τον οικουμενικό πατριάρχη με επιστολή.
Λόγω του προβλήματος στο πόδι μου, είχα και κάποια ατυχήματα με αποτέλεσμα να σπάσω τον σπόνδυλό μου και γι’ αυτό πήγα και έκανα εγχείρηση.
Εκεί χειρουργημένος αποφάσισα να γράψω την επιστολή στον οικουμενικό πατριάρχη, ότι δεν μπορώ πλέον να συνεχίσω τις προσπάθειες συμφιλίωσης.
Και επειδή τηρούσα μια ουδετερότητα στο ουκρανικό ζήτημα, για να βοηθήσω, λόγω κορωνοϊού και επειδή υποβάλλομαι σε χημειοθεραπείες του είπα ότι δεν μπορώ να δραστηριοποιηθώ.
Εν ολίγοις δεν σεβάστηκαν τους κώδικες που εξέδωσε για την κάθε τοπική Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και μερικές χώρες όπως η Ρωσία επενέβη σε πολλές, διότι είχε πληθυσμό σε αυτές.
Δηλαδή αύριο εάν προωθήσει ακόμα λίγους Ρώσους θα θέλει να στείλει Ρώσο μητροπολίτη και στη Λεμεσό.
Ανησυχείτε από ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
Δεν ανησυχώ, γιατί η Εκκλησία μας είναι καλά οργανωμένη. Αλλά εάν δεν ήταν καλά οργανωμένη θα μπορούσε να το κάνει. Είναι ουτοπία να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να κάνει, είμαστε καλά οργανωμένοι.
Μπορεί στο πίσω μέρος του εγκεφάλου τους να το έχουν, αλλά δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο εδώ. Είμαστε σε επαφή με τον λαό μας, εκεί οι πόρτες των δεσποτάδων είναι κλειστές για τον λαό.
Και στην επιστολή σας προς τον οικουμενικό πατριάρχη τον ενημερώσατε ότι θα μνημονεύσετε τον μητροπολίτη Κιέβου.
Μάλιστα. Και εγώ θεώρησα καλό για να μην ενοχληθούν και να τσακωθούμε, (μητροπολίτες της Εκκλησίας της Κύπρου) να μην τους ενημερώσω, διότι, εάν το έκανα, θα μου έλεγαν όχι.
Και σε απάντηση δική μου θα τους έλεγα «δεν θα σας ακούσω» που θα ήταν χειρότερα τα πράγματα. Λέω θα μνημονεύσω και θα διαμαρτυρηθούν και όταν έλθουν κοντά μου να διαμαρτυρηθούν, θα τους πως «Αδελφοί, επειδή είχα υπόψη να μην σας ακούσω γι’ αυτό δεν σας το είπα.
Απολογούμαι, αλλά είναι δικαίωμά μου και το έκανα». Όταν πήγαινα στις πανορθόδοξες διασκέψεις, ο μακαριστός Χρυσόστομος Α΄ δεν ρώτησε κανένα. Το ίδιο και εγώ. Δεν ρώτησα κανένα όταν πήγαινε ο μητροπολίτης Πάφου.
Οι τέσσερις μητροπολίτες που διαφώνησαν σας έστειλα επιστολή να συγκληθεί Σύνοδος για το θέμα αυτό;
Όχι. Εδώ υπάρχει γραμματεία της Ιεράς Συνόδου και όποιος θέλει μπορεί να στείλει. Εγώ είπα και ένας να ζητήσει εγώ θα κάνω Σύνοδο, αλλά δεν έστειλε κανένας. Και έκαναν και παρασυναγωγή.
Με κατηγορούν εμένα, αλλά συνήλθαν οι τέσσερις άνευ εμού. Αυτό λέγεται παρασυναγωγή και τιμωρείται αυστηρά και με καθαίρεση. Αλλά εγώ δεν είπα τίποτα. Αυτά που καταδικάζουν τα κάνουν οι ίδιοι και εγώ σιωπώ να δω η παρανομία τους πού θα φθάσει.
Και το χειρότερο. Ο Κύκκου έχει μια ηλικία, δικαιούται να πει και έναν λόγο παραπάνω. Αλλά, παιδαρέλι, ο Ταμασσού να βγαίνει και να με υβρίζει, αυτό πάει πολύ. Δεν είναι ηθικό και είναι χειροτονία δική μου. Ντροπή του.
Δεν του πάει να με υβρίζει. Πάει να τα φτιάξει, τώρα, αλλά δεν φτιάχνονται, τα είπε. Είναι συμπεριφορά να υβρίζει αυτόν που τον χειροτόνησε και είναι προκαθήμενος της Εκκλησίας;
Η πόρτα μου είναι ανοικτή. Γιατί δεν ήλθαν να διαμαρτυρηθούν και θα τους εξηγούσα. Αλλά ο εγωισμός τους και το ανεύθυνο του χαρακτήρα τους δεν τους άφησαν.
Κλείνετε τα 80 χρόνια της ηλικίας σας. Σας πέρασε από το μυαλό σας να αποτραβηχτείτε από τη διοίκηση της Εκκλησίας;
Είχα από μικρός μια επιθυμία, αν μου δώσει χρόνια ο Θεός, προτού φθάσω στο τέλος να αποσυρθώ, διότι η διοίκηση φθείρει. Και ήθελα να ηρεμήσω και να μιλήσω λίγο με τον Θεό και έπειτα να φύγω από αυτό τον κόσμο.
Αλλά είδα, από την ώρα που ασθένησα, τη συμπεριφορά μερικών αδελφών. Έφθασαν μερικοί στο σημείο να πάνε να ρωτήσουν τους γιατρούς πότε «φεύγω» και οι γιατροί «αντίναξαν γιακά» και αυτό μου το είπαν οι ίδιοι:
Καλά δεν ντρέπονται; Και εγώ είπα καλά να είναι. Άκουσα από πολλούς και αναγκάσθηκαν να πω μια μέρα ότι αν επιθυμούν μερικοί αδελφοί να παραμείνουν μικροί, ας μείνουν μικροί δεν με νοιάζει.
Εγώ ευχαριστώ τον Θεό, γιατί εδώ δεν ήλθα να απολαύσω, ήλθα για να κάνω τομές στην Εκκλησία και με βοήθησε ο Θεός και τις έκανα και είμαι ευχαριστημένος και με τον Θεό και τους ανθρώπους.
Εκείνο που με βοήθησε ήταν η συμπαράσταση του λαού. Για αυτό δεν με ενδιαφέρει εάν μερικοί δεν με συμπαθούν ή θέλoυν να φύγω. Για να είμαι ειλικρινής θέλω να φύγω, αλλά προγεύομαι ότι αν φύγω μεταξύ τους θα σκοτωθούν.
Δεν ξέρω τι θα κάνουν. Θέλω να κάνω φωτοβολταϊκά, τα εισοδήματα από τα οποία θα πηγαίνουν στο Κεντρικό Ταμείο για τον κλήρο γιατί δεν ξέρω εάν ο διάδοχός μου, θα κρατήσει την ίδια πολιτική που κρατώ εγώ.
Αν τα κόψει θα καταρρεύσει το Ταμείο και θέλω πάση θυσία να το ολοκληρώσω. Θέλω να το προικοδοτήσω όπως τη Θεολογική Σχολή.
Με θλίβει γιατί έχει Συνοδικό που δεν πάτησε στη Θεολογική Σχολή να τη δει γιατί την έκανα εγώ. Όταν έχεις Αδελφούς που έχουν αυτή τη νοοτροπία σκέφτεσαι εάν πρόκειται να παραιτηθείς;
Μπλοφάρουν..
Το μερικό άνοιγμα των Βαρωσίων το αναμένατε;
Πίστευα και πιστεύω ότι οι Τούρκοι μπλοφάρουν. Η πόλη της Αμμοχώστου είναι κατεστραμμένη, είναι πιο εύκολο για τους Τούρκους να χτίσουν, δίπλα, μια άλλη πόλη.
Τα ξενοδοχεία έχει τώρα μισό αιώνα που είναι εγκαταλελειμμένα, θέλουν χάλασμα, δεν μπορούν να φτιαχτούν.
Δεν νομίζω ότι θα πάνε να δώσουν δισεκατομμύρια για να φτιάξουν την πόλη ή τα ξενοδοχεία για να τα λειτουργούν, παρόλο που είναι η καλύτερη θάλασσα της Κύπρου, η Αμμόχωστος.
Θα περιμένουν βέβαια την αντίδρασή μας, θα αντιδράσουμε και θα έχουν κατακραυγή απ’ όλη την Ευρώπη, απ’ όλο τον κόσμο. Αλλά πρέπει να πληρώσουν πολλά χρήματα για να τα φτιάξουν.
Έχει και η Αρχιεπισκοπή το δικό της ξενοδοχείο εκεί το Ασπέλια, αλλά και να ελευθερωνόταν η Αμμόχωστος, θα το χαλούσαμε και θα το ξαναχτίζαμε.
Μπλοφάρουν. Και να καλέσουν τον νόμιμους κατοίκους να επιστρέψουν πού θα πάνε; Αφού ούτε ρεύμα ούτε νερό έχει.
Η Αρχιεπισκοπή ως ιδιοκτήτης περιουσιακών στοιχείων θα αντιδράσει εάν οι Τούρκοι, παράνομα, χρησιμοποιήσουν την περιουσία αυτή;
Με χίλιους τρόπους θα αντιδράσουμε, ασφαλώς και αντιδρούμε. Μερικά οικόπεδα που είχαμε τα έχτισαν οι Τούρκοι. Ήλθε εκείνος που τα αγόρασε και ζήτησε να τα τιτλοποιήσουμε και δεν το κάναμε. Θα περιμένεις να λυθεί το εθνικό θέμα του είπαμε.
Μακαριότατε, συμφωνείτε με τα περί «χαμένων ευκαιριών» επιστροφής της Αμμοχώστου;
Εκείνοι που λένε ότι είχαμε «χαμένες ευκαιρίες», όχι μόνο για την Αμμόχωστο για το Κυπριακό για να το λύσουμε, καμία χαμένη ευκαιρία δεν είχαμε.
Πάντοτε υπήρχε πίσω ουρά. Ευτυχώς, οι ηγεσίες μας ήταν πολύ προσεχτικές και δεν έπεσαν στο λάθος να κάνουμε λύση με ουρά πίσω. Δεν μας έδωσαν λύση καθαρή ποτέ.
Έγιναν λάθη
Μακαριότατε τι δεν πήγε καλά με το επενδυτικό πρόγραμμα των πολιτογραφήσεων;
Τα διάφορα δικηγορικά γραφεία έπαιρναν αρκετά χρήματα για να πείσουν την κυβέρνηση να δίνει διαβατήρια. Και σου λέει γιατί να θησαυρίσουν κάποια γραφεία; Έπρεπε η κυβέρνηση να είναι πιο αυστηρή.
Το ότι έτρωγαν χρήματα, ολίγον τι παράνομα, είναι αυτό που εξαγρίωσε και όλον τον κόσμο. Πρώτα – πρώτα δεν είχαν σωστή νομοθεσία. Έγινε βεβιασμένα, δεν ξέρω, έπρεπε να γίνουν αυστηρές προδιαγραφές και έπρεπε να ήταν αυστηρή.
Γίνονται λάθη, παντού γίνονται και θα συνεχίσουν να γίνονται. Στη δική μας περίπτωση, που είχα εισηγηθεί να του δοθεί διαβατήριο, ο επενδυτής ήλθε ως κύριος και ήλθε μέσω της τράπεζας που η Κεντρική Τράπεζα τις ελέγχει.
Μας έδωσαν μια επιταγή τράπεζας, δεν μας έφεραν σακούλα με χρήματα για να υποψιαστείς ότι κάτι δεν πάει καλά. Και ευτυχώς που δεν άγγιξα την επιταγή.
Όταν αποκαλύφθηκε ότι ο επενδυτής δεν είναι καθαρός, είπα πως εάν η κυβέρνηση της χώρας του τα ζητήσει θα τους τα στείλουμε.
Σας ζήτησαν τα χρήματα;
Όχι, αλλά είναι στην τράπεζα δεν τα αγγίξαμε. Μερικοί που αρέσκονται να κάνουν τον μεγάλο μου είπαν «να τα στείλεις πίσω».
Όταν μου τα ζητήσουν, δεν είναι δικά μου, θα τα στείλω. Αλλά να μου τα ζητήσουν. Δηλαδή δεν είμαστε αυστηροί από την αρχή και η κυβέρνηση να γίνει αυστηρή.
Δύσκολες οι συνομιλίες στο Κυπριακό με Τατάρ
Η εκλογή Ερσίν Τατάρ στην ηγεσία της τ/κ δυσκολεύει την ήδη δύσκολη κατάσταση στο Κυπριακό;
Πιστεύω πως ναι. Με την εκλογή Τατάρ θα δυσκολευθούμε να κάνουμε συνομιλίες, διότι έβαλε ως προϋπόθεση τα δύο κράτη.
Η Ευρώπη, που πλείστες χώρες έχουν πρόβλημα απόσχισης, δεν ευνοούν δύο κράτη στην Κύπρο. Αποκλείεται.
Πρέπει να αποφασίσουμε και να πείσουμε την Ευρώπη ότι δεν είναι ολόκληρη η Κύπρος στην Ε.Ε., μόνο το ελεύθερο κομμάτι.
Αλλά σπρώχνουμε το άλλο κομμάτι να πάει να ενωθεί με την Τουρκία και θα έχουμε την Τουρκία εντός.
Και με τον Ερντογάν επικεφαλής που τα θέλουν όλα, πίστευα και πιστεύω πως λύση που να δουλεύει δεν πρόκειται να υπάρξει.
Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας όταν προσκληθεί από τον γ.γ. των Ηνωμένων Εθνών ποια στάση θα πρέπει να τηρήσει εάν απέναντί του έχει μια τουρκική πλευρά που μιλάει για δύο ξεχωριστά κράτη;
Ξέρω τις απόψεις του προέδρου, έχουμε ήδη μιλήσει. Είναι υποχρεωμένος να πάει και είναι υποχρεωμένος να κρατήσει μια στάση σωστή, που αν η λύση δεν δουλεύει δεν θα τη δεχθεί.
Διότι λύση που δεν λειτουργεί και θα καταρρεύσει θα είναι ό,τι χειρότερο. Το αντιλαμβάνεται, το ξέρει εκ των προτέρων.
Συνεπώς γνωρίζει, αν οι Τούρκοι επιμείνουν στις θέσεις τους, οι οποιεσδήποτε συνομιλίες θα καταρρεύσουν.
Με την στήριξη της Ιεράς Μονής Αγίου Νεοφυτου και μετά τα όσα βίωσε ο συμπολίτης μας Ραφαήλ Δημητρίου ο οποίος απιθεραπευτηκε μετά από θαύμα του Αγίου, άρχισαν οι εργασίες για την ανέγερση μικρής εκκλησίας αφιερωμένης στον Άγιο Εφραίμ Νέας Μάκρης.
Η μικρή εκκλησία θα βρίσκεται στην περιοχή του Αγίου Νεοφυτου σε τεμάχιο που παραχώρησε η Ιερά Μονή.
Όσοι επιθυμούν να βοηθήσουν οικονομικά είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, μπορούν να το πράξουν συνεισφέροντας στον πιο κάτω λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου:
ORGAN.EPITROPI ANEG.I.N.OSIOM.EFRAIM
ΑΡ.ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ: 357034006771
IBAN: CY33 0020 0195 0000 3570 3400 6771
SWIFT: BCYPCY2N
Η ενορία Αγίας Βαρβάρας στο Καϊμακλί Λευκωσίας, εόρτασε το κατεχόμενο Παρεκκλήσιό της, του Αγίου Δημητρίου (25-26 Οκτωβρίου 2020), τηρώντας τα πρωτόκολλα του Υπουργείου Υγείας λόγω του Κόβιτ-19.
Την Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2020, το εσπέρας (ώρα: 5.00μμ) τελέστηκε πανηγυρικός Εσπερινός στον οποίο χοροστάτησε και κήρυξε ο Επίσκοπος Μεσαορίας κ. Γρηγόριος, συμπαραστατούμενος από τους Ιερείς των Εκκλησιών του προαστίου του Καϊμακλίου.
Στην ομιλία του ο Επίσκοπος Μεσαορίας αναφέρθηκε στο βίο και τα αγωνίσματα του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Δημητρίου, επισημαίνοντας την αξία του μαρτυρίου στην Ορθόδοξο Εκκλησία.
Αναφορά έκανε και στην Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, η οποία βρίσκεται στην κατεχόμενη βόρεια περιοχή του προαστίου του Καϊμακλίου. Δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει την αξία της διατήρησης των εορτών μας και την ευκαιρία διατήρησης της μνήμης και μεταλαμπάδευσης αυτής στη νέα γενεά.
Τη Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου, ανήμερα της εορτής τελέστηκε από τους Ιερείς της ενορίας, όρθρος και θεία Λειτουργία στον ίδιο ιερό ναό της Αγίας Βαρβάρας στο Καϊμακλί.

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε το Καϊμακλί μόνο μια κατοικημένη περιοχή. Λίγοι ξέρουν ή έχουν συνειδητοποιήσει ότι το μεγαλύτερο τμήμα του, το 80% περίπου, είναι κατεχόμενο. Στην κατεχόμενη περιοχή, τον κάμπο του Καϊμακλιού, όπου ήταν οι γνωστές Κάτω Μάντρες και Πάνω Μάντρες, υπήρχαν δυο συνοικισμοί από την προϊστορική ως τη μεσαιωνική εποχή.
Το χωριό Άγιος Δημήτριος αναφέρεται ονομαστικά τον 15ο αιώνα. Τον Σεπτέμβριο του 1460, αναφέρεται ότι ο στρατός των Μαμελούκων, που ερχόταν από την Αμμόχωστο, έστησε το στρατόπεδό του «έξω εις τον Άγιον Δημήτρην» όταν πήγαινε να πολιορκήσει την Κερύνεια και μετά, όταν επέστρεφε στην Αμμόχωστο για να φύγει από την Κύπρο. Επίσης ένας περιηγητής, που επισκέφτηκε την περιοχή το 1760, αναφέρει ότι από τα τείχη της Λευκωσίας φαίνονται τα πλησιέστερα χωριά Καϊμακλί, Παλουριώρισσα, Αθαλάσσα και Άγιος Δημήτριος. Όταν ο συνοικισμός εγκαταλείφθηκε, οι κάτοικοι μετακινήθηκαν στον γειτονικό συνοικισμό Μεσοκελεύσι, το σημερινό Καϊμακλί. Στην περιοχή, γνωστή ως Κάτω Μάντρες, έμειναν μόνο βοσκοί. Οι Καϊμακλιώτες γεωργοί συνέχισαν να καλλιεργούν τη γη τους στον Άι Δημήτρη ως το 1974.
Η οδός Αγίου Δημητρίου, που διασχίζει τον σημερινό κυκλικό κόμβο και συνεχίζει στη βιοτεχνική περιοχή, οδηγούσε στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, γι’ αυτό και έχει το ίδιο όνομα.
Η εκκλησία, που ήταν ερειπωμένη, ξανακτίστηκε τις αρχές του 20ού αι. Περίπου το 1950 επεκτάθηκε και προστέθηκε καμπαναριό. Δίπλα στην εκκλησία κτίστηκαν τρία δωμάτια για τους ιερείς και για τη λειτουργία καφενείου σε γιορτές. Με εισφορές των κατοίκων του Καϊμακλιού μεταφέρθηκε νερό στην εκκλησία, δεντροφυτεύτηκε η αυλή και έγινε περίφραξη.
Οι Καϊμακλιώτες μαζεύονταν στον Άιν Δημήτρη την Καθαρή Δευτέρα για «να κόψουν την μούττην της Σαρακοστής» και κάθε χρόνο γινόταν η γιορτή και το πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου. Τα τελευταία χρόνια πριν την εισβολή γινόταν μεγάλο πανηγύρι με «καλύφες» και πωρικοπούληδες και η εκκλησιαστική επιτροπή μίσθωνε λεωφορεία για την μεταφορά των προσκυνητών. Με την εισβολή έχασε και το Καϊμακλί τον πνεύμονά του, τα χωράφια και τον άγιό του.
Ο ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ ΛΕΥΚΟΜΙΑΤΗΣ
Οι παλιοί Καϊμακλιώτες ξέρουν την περιοχή Λουκκομιάτης ανάμεσα στο Καϊμακλί και την Αγλαντζιά, Την αρχαία εποχή, ως το 17ο αι., υπήρχε εκεί, στο δρόμο που ένωνε τη Λευκωσία με την Αμμόχωστο, το χωριό Λευκομιάτης.
Ο Λευκομιάτης αναφέρεται από τους χρονογράφους την περίοδο από τον 12ο ως τον 16ο αιώνα. Συγκεκριμένα ο Φλώριος Βουστρώνιος αναφέρει ότι στο Λευκομιάτη, που ήταν μια λεύγα μακριά από τη Λευκωσία, είχε παραμείνει για σύντομο διάστημα η βασίλισσα τον Αύγουστο του 1310. Επίσης ο ίδιος αναφέρει ότι γυναίκες από το Λευκομιάτη είχαν προειδοποιήσει το Σεπτέμβριο του 1460 για την άφιξη στρατευμάτων από την Αμμόχωστο στη Λευκωσία.
Ο Γεώργιος Βουστρώνιος, στις 23 Ιανουαρίου του 1474 ερχόταν από την Αμμόχωστο στη Λευκωσία και συνάντησε έναν αντίπαλό του «εις την λαξίαν του Λευκομιάτη». Επίσης αναφέρεται ότι, αν κάποιοι έρχονταν από την Αμμόχωστο και δεν μπορούσαν να μπουν στη Λευκωσία, παρέμεναν στο Λευκομιάτη, ώσπου να τους επιτραπεί η είσοδος στη Χώρα.
Ο Λευκομιάτης υπολογίζεται ότι εγκαταλείφθηκε με το μεγάλο θανατικό που κτύπησε την Κύπρο το 1692 μ. Χ. Με την εγκατάλειψη του συνοικισμού τα 3/4 των κατοίκων εγκαταστάθηκαν στο γειτονικό Μεσοκελεύσι-Καϊμακλί. Μικρά τμήματα του παλιού συνοικισμού περιλαμβάνονται στα δημοτικά όρια της Παλουριώτισσας και της Αγλαντζιάς.
Στο Λευκομιάτη υπήρχε η εκκλησία του Αγίου Διομήδη, ερείπια της οποίας διατηρούνταν ως τη νεότερη εποχή. Ο Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος σημειώνει ότι ο Άγιος μόναζε σε σπήλαιο στο Λευκομιάτη. Οι Άραβες επιδρομείς στη διάρκεια των Αραβικών επιδρομών την περίοδο 7ος-10ος αι, βρήκαν άφθαρτο το σώμα του Αγίου Τριφυλλίου, επισκόπου Λήδρων και προσπαθούσαν να το καταστρέψουν. Ο Όσιος Διομήδης βρήκε ευκαιρία και άρπαξε την τίμια κάρα του Αγίου Τριφυλλίου και κατέφυγε στον Λευκομιάτη. Τον καταδίωξαν οι επιδρομείς να τον συλλάβουν, εκείνος όμως τους ακινητοποίησε με θαύμα και στη συνέχεια τους θεράπευσε.
Ο Όσιος Διομήδης πέθανε στις 28 Οκτωβρίου και κηδεύτηκε στο Λευκομιάτη. Εκεί που τον έθαψαν έκτισαν ναό, όπου μαζευόταν κόσμος πολύς και γίνονταν θαύματα. Ο Άγιος Νεόφυτος έχει συντάξει και το εγκώμιον «εις τον Όσιον και θαυματουργόν πατέρα ημών Διομήδην τον νέον», ο οποίος «διέλαμψε» στην κώμη Λευκομιάδα [δηλαδή τον Λευκομιάτη] κοντά στην Λευκούπολη [δηλαδή τη Λευκωσία] .
Γι’ αυτό και η κοινότητα του Καϊμακλιού καθιέρωσε να γιορτάζει στις 25 Οκτωβρίου τον Άγιο Δημήτριο και τον Άγιο Διομήδη.
Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κκ Χρυσόστομος απέστειλε επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο εξηγώντας την στάση της εκκλησίας της Κύπρου.
Ακολουθεί η επιστολή του Μακαριότατου




Σε σχετική ερώτηση, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ Χρυσόστομος, διευκρίνισε ότι τις απόψεις του, οι οποίες καθρεπτίζονται στην επιστολή που απέστειλε προς τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη, τις έχουν υπόψη τους οι εννέα εκ των δεκατριών αναγνωρισμένων Προκαθημένων των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, με τους οποίους διαβουλεύθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, κατά το περασμένο έτος, μέσα στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης που ανέλαβε τότε.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι προσπάθεια του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου, όπως και ο ίδιος επισήμανε επανειλημμένως, δεν είναι τα πρόσωπα και οι διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά σκοπό έχουν την ανύψωση της Παλαίφατης Αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου και τη διατήρηση της ενότητας της όλης Ορθοδοξίας.
Στις δηλώσεις του ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, μετά τη θεία Λειτουργία και τη χειροτονία του νέου Επισκόπου Αρσινόης (Σάββατο, 24/10/2020), ανέφερε ότι η απόφαση του αυτή υπηρετεί την Ορθοδοξία και την Εκκλησία της Κύπρου. Μπορεί να στρέφεται κατά ορισμένων προσώπων, είπε, αλλά αυτό που ενδιαφέρει τον ίδιο είναι η Ορθοδοξία.
Σήμερα είπε, «μνημόνευσα τον νέο προκαθήμενο τον κύριο Επιφάνιο. Από πέρσι είχαμε ειδοποιήσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη ότι εμείς θα τηρήσουμε μια ουδετερότητα και προσφερόμεθα να εξυπηρετήσουμε την Oρθοδοξία μέσω των Προκαθημένων των διαφόρων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών».
Επισκέφτηκε, συνέχισε, τον Παναγιώτατο εκτός της έδρας του μαζί με τον Άγιο Αλβανίας (Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος) και του ζήτησε την άδεια, για να επισκεφθεί τους Προκαθημένους και να τους πει τις απόψεις του γιατί, όπως ανέφερε, είναι και ο ίδιος ένας από τους Προκαθημένους που εκπροσωπούσε την Εκκλησία της Κύπρου στις Πανορθοδόξους Διασκέψεις και γνώριζε πολύ καλύτερα από κάθε άλλο τις καταστάσεις.
Μερικοί εκ των Προκαθημένων που ήταν μαζί του (τότε ως Μητροπολίτης Πάφου) στις Πανορθοδόξους Διασκέψεις, έχουν εκδημήσει προς Κύριον, και ένα δύο ζουν, όπως ο Πολωνίας (ο Προκαθήμενος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Πολωνίας Σάββας).
Εμείς, είπε ο Μακαριώτατος, παρακολουθήσαμε πέραν του ημίσεος αιώνος όλες τις διαβουλεύσεις ούτως ώστε η Ορθοδοξία να παρουσιάζεται ενωμένη στο χριστιανικό μας κόσμο. Σημειώνοντας πως γνώριζε πολύ καλά πως να χειριστεί το όλο θέμα.
Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου υπενθύμισε ότι όταν προέκυψε το όλο ζήτημα προσφέρθηκε να μεσολαβήσει, αφού η πρόθεση του ήταν να παραμείνει ουδέτερος στην συγκεκριμένη διαμάχη.
Έκανε μάλιστα κάποιες συναντήσεις με τους επικεφαλής Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, με την άδεια και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όμως τα προβλήματα που είχε με το πόδι και τον σπόνδυλο τον καθήλωσαν και δεν μπορούσε να συνεχίσει αυτές τις επαφές.
Έτσι, αναφέρει ο Αρχιεπίσκοπος, έγραψα στον Παναγιώτατο ότι, μετά πολλής λύπης, δεν μπορώ να συνεχίσω τη διαμεσολάβηση. Έπρεπε να πάρω θέση. Η Σύνοδος διαφωνούσε με τον ίδιο, τον Μακαριώτατο, ενώ αναγνώρισε ότι τα μέλη της Συνόδου δεν γνώριζαν για την σημερινή του απόφαση να μνημονεύσει τον Ουκρανίας Επιφάνιο. Δήλωσε ρητά ότι δεν το είπε σε κανένα.
Κάποιος είπε από τους Συνοδικούς Ιεράρχες έφυγε στο τέλος της θείας Λειτουργίας, αναφέροντας πως «αν ήταν στην θέση του θα έφευγε από την ώρα που άκουσε τον Αρχιεπίσκοπο», δηλαδή τον ίδιο, «να μνημονεύει».
Είπε ακόμη πως θαύμασε την υπομονή του που έκανε τόση ώρα κι έπειτα έφυγε. Με το δίκαιο του.
Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ανέφερε πως έχει την άποψη ότι η ενέργεια του αυτή υπηρετεί πρώτα την Ορθοδοξία κι έπειτα την Εκκλησία της Κύπρου.
«Μπορεί κάποιος να μην υπηρετεί αυτά. Δεν με ενδιαφέρει. Ούτε για τα άτομα, ούτε και ο εαυτός μου. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η Εκκλησία Κύπρου και η Ορθοδοξία, την οποία έχω ταχθεί να υπηρετήσω.
Έστειλα, λοιπόν, χθες το απόγευμα (Παρασκευή 23/10/2020) την Επιστολή. Παρόλο που την είχα έτοιμη δύο μήνες. Δεν την έστειλα τότε.
Εάν δεν τη δώσει (ο Οικουμενικός Πατριάρχης) στη δημοσιότητα σήμερα ή αύριο, θα τη δώσω εγώ στη δημοσιότητα. Διότι θέλω να ξέρουν και ο Κυπριακός λαός και όλοι οι Προκαθήμενοι τις απόψεις μου για την Ορθοδοξία».
Εξέφρασε δε την εκτίμηση ότι όλοι οι Προκαθήμενοι, μηδέ του Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου εξαιρουμένου, μπορεί να μην τους αρέσει, αλλά μέσα τους ομολογούν ότι είναι σωστός (ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου). Οι περισσότεροι το εκφράζουν και προς τα έξω.
Πρόσθεσε ότι αν οποιοδήποτε μέλος της Συνόδου ζητήσει σύγκλειση της Συνόδου, για να συζητήσουμε το όλο θέμα, ο Μακαριώτατος μέσα στα πλαίσια του Καταστατικού, θα καλέσει τη Σύνοδο, αφού πρώτα στείλει (σε όλα τα μέλη της Συνόδου) την επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη για να την μελετήσουν όχι απλώς να τη διαβάσουν, την οποία και θα αναλύσει(ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου) μέσα στη Σύνοδο. Αν η Σύνοδος την απορρίψει, τότε θα το ξανά σκεφθεί.
Εξέφρασε την εκτίμηση ότι η Σύνοδος αν όχι ομοφώνως, έστω και κατά πλειοψηφία, θα αποδεχθεί το περιεχόμενο της επιστολής προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Γιατί, όπως εξήγησε η στάση του υπηρετεί την Εκκλησία. Μπορεί επανέλαβε, να μην υπηρετεί άτομα, αλλά είναι βέβαιος ότι υπηρετεί την Εκκλησία.
Επανειλημμένως τόνισε ο Αρχιεπίσκοπος ότι θέλει να υπηρετήσει με όλη τη δύναμη της ψυχής του την Ορθοδοξία από τη μια και την Εκκλησία της Κύπρου από την άλλη.
Ο Μακαριότατος ανέφερε πως δεν ζήτησε την ψήφο του λαού για να γίνει Αρχιεπίσκοπος για να ικανοποιήσει κάποια προσωπική φιλοδοξία, προσθέτοντας πως μετέβη στην Αρχιεπισκοπή για να εργαστεί έντιμα και να φέρει τομές στα πράγματα της Εκκλησίας. Δοξολογεί το Θεό γιατί τον βοήθησε και επέφερε αυτές τις τομές.
Είναι βέβαιος ότι ο Κυπριακός λαός, ο οποίος δεν το γνώριζε προηγουμένως καλά, τον έχει καταλάβει ποιος αληθινά είναι. Πιστεύει ότι όσες τομές επέφερε είναι προς έπαινο όλης Συνόδου και του ιδίου, διότι εργάστηκε για το καλό της Εκκλησίας της Κύπρου.
Πρόσθεσε ο Μακαριώτατος ότι τα άτομα ερχόμεθα και παρερχόμεθα, η Εκκλησία μένει. Τα άτομα αν τα δυσαρεστήσουμε, επειδή όλοι μας είμαστε θνητοί, πεθαίνει και η δυσαρέσκεια. Η Εκκλησία δεν είναι θνητή, μένει εις τους αιώνες. Πρέπει να μην κάνουμε λάθος και να μην ταλαιπωρούμε την Εκκλησία. Ο στόχος, πυξίδα και γνώμονας όλων των ενεργειών του Αρχιεπισκόπου Κύπρου είναι να υπηρετήσει την Εκκλησία, η οποία θα μείνει μέσα στους αιώνες.
Αυτός είναι ο στόχος μου κι αυτές είναι οι προσπάθειές μου.
Μείζον η Εκκλησία, την οποία τάχθηκε να υπηρετήσει.
Επιπρόσθετα, σε σχετική ερώτηση, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ Χρυσόστομος, διευκρίνισε ότι τις απόψεις του, οι οποίες καθρεπτίζονται στην επιστολή που απέστειλε προς τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη, τις έχουν υπόψη τους οι εννέα εκ των δεκατριών αναγνωρισμένων Προκαθημένων των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, με τους οποίους διαβουλεύθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, κατά το περασμένο έτος, μέσα στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης που ανέλαβε τότε.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι προσπάθεια του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου, όπως και ο ίδιος επισήμανε επανειλημμένως, δεν είναι τα πρόσωπα και οι διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά σκοπό έχουν την ανύψωση της Παλαίφατης Αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου και τη διατήρηση της ενότητας της όλης Ορθοδοξίας.
Στην Μονή Παναγίας Χρυσορροϊατίσσης στην Πάφο τελέστηκε το πρωί η χειροτονία τού π. Παγκρατίου σε Επίσκοπο Αρσινόης στην παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσόστομου Β και κληρικών της Ιεράς Συνόδου.
Στην ομιλία του ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β ανέφερε πως η αγάπη του Επισκόπου Αρσινόης Παγκράτιου προς την Εκκλησία του Χριστού που εκδηλώθηκε από παιδί, οδήγησε τα βήματα αρχικά στην σπουδή της μαθηματικής επιστήμης και στην συνέχεια στο χώρο ασκήσεως της τροφού της Παναγίας της Τροοδιτίσσης. Απευθυνόμενος στον Επίσκοπο Αρσινόης ο Μακαριότατος ανέφερε πως η θέση του Επισκόπου απαιτεί από τον κατέχοντα, βίον αρετών,και να προσφέρει πλουσιοπάροχα στους πάντες τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος.
Στο χειροτονητήριο λόγο του ο Επίσκοπος Αρχινόης Παγκράτιος ανέφερε πως υπακούοντας στην Βουλή του Τριαδικού Θεού και την επιταγή της Εκκλησίας, αρχίζει τους ποιμαντικούς του βηματισμούς όχι με την πεποίθησή ιδιαιτέρων προσωπικών ικανοτήτων, κατά κόσμος προσόντων ή εξιδιασμένης εμπειρίας εις τα εκκλησιαστικά πράγματα, αλλά με την βεβαιότητα της παρουσίας και ενεργείας του Παρακλήτου Πνεύματος το οποίον συνέχισε, «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας».
Aναπολώ είπε, «το παρελθόν και βλέπω το άπειρον θείον έλεος, την αγαθότητα και την πάνσοφο Βουλή του Θεού να καθοδηγούν το πλοίο της ζωής μου». Όπως ανέφερε ο Επίσκοπος, μικρός πίστευε στον Θεό αλλά η σχέση του με αυτόν ήταν τυπική. Η αγάπη συνέχισε, όμως του Χριστού και της Παναγίας, τον οδήγησαν στο μυστήριο της εξομολόγησης στα 23 του χρόνια.
Είπε επίσης πως στα 29 του χρόνια ασπάσθηκε τον μοναχισμό και εγκαταβίωσε εις την Ιεράν Μονήν Παναγίας Τροοδιτίσσης όπου μαθήτευσε εις την πνευματική ζωή. Στον έκτο μήνα της μαθητείας του χειροτονείται Διάκονος και μετά παρέλευσιν τριών μηνών προάχθηκε στον δεύτερο βαθμό τη Ιερωσύνης. Και οι δύο χειροτονίες ανέφερε τελέσθηκαν από τον Μακαριότατο υπό την ιδιότητα του τότε, ως Μητροπολίτης Πάφου.
Τον Απρίλιο του 2019 με την παραίτηση για λόγους υγείας του τότε Ηγούμενους της ιστορικής Μονής Παναγίας Χρυσορροιαττίσης, μακαριστού Αρχιμανδρίτου Διονυσίου Παπαχριστοφόρου και κατόπιν προτάσεως του Πάφου Γεώργιου, ενθρονίστηκε όπως ανέφερε, Ηγούμενος της Μονής στις 26 Μαΐου του 2019.
Το επόμενο έτος στις 9 Σεπτεμβρίου κατόπιν υπόδειξης του Μητροπολίτη Πάφου, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου τον εξέλεξε παμψηφεί σε Επίσκοπο Αρσινόης. Σημειώνεται πως χτες η Ιερά Σύνοδος επικύρωσε την την εκλογή τού Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Παναγίας Χρυσορροϊατίσσης π. Παγκρατίου σε νέο Επίσκοπο Αρσινόης, και τελέστηκε χθες το απόγευμα η ακολουθία του Μηνύματος τού νέου Επισκόπου στον Καθεδρικό Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Λευκωσία.