Πώς η παιδεία μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη στη μετα-Covid εποχή;

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Print

Η παιδεία καλείται να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα μέσα για την καταπολέμηση της οικονομικής κρίσης που επήλθε ως συνέπεια της πανδημίας. 

Προκειμένου να αξιοποιήσουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα ως βασικό εργαλείο ανάπτυξης και εργασιακής ασφάλειας, είναι σημαντικό να ενισχύσουμε κατά πρώτον την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, και κατά δεύτερον, τη βασική σχολική εκπαίδευση, λαμβάνοντας καίρια μέτρα που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες συνθήκες.

Έρευνα του Συμβουλίου της Ευρώπης σε διάφορες χώρες έδειξε ότι οι νέοι ανησυχούν ότι θα παγιδευτούν στη «φτώχεια» λόγω του κινδύνου ανεργίας που προέκυψε από την πανδημία. Χαρακτηριστικά, πρέπει να αναφέρουμε ότι οι πετυχημένες πολιτικές οικονομικής ανάπτυξης που υιοθετήθηκαν στην Κύπρο πριν την πανδημία έριξαν τους δείκτες ανεργίας το 2019 σε περίπου στο 5%. Για να συνεχίσουμε αυτή την πορεία και μετά το τέλος της πανδημίας οφείλουμε να επενδύσουμε στην παιδεία.

Παράλληλα, πρέπει να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι έχουμε ήδη εισέλθει στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, γεγονός που οδηγεί σε σημαντική διαφοροποίηση των θέσεων εργασίας. Το κράτος καλείται να παροτρύνει, με οικονομικά και άλλα κίνητρα, την ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών που καλλιεργούν λιγότερο τη στείρα γνώση, και περισσότερο τις δεξιότητες, αφού αυτές θα μας χρειάζονται περισσότερο στην εποχή που «τα ρομπότ αντικαθιστούν τον άνθρωπο». Τι σημαίνει όμως αυτό για όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης;

 

Αναφορικά στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, το κράτος οφείλει να αναπτύξει αποθετήρια πληροφοριών για τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, σε ευρωπαϊκό και όχι σε κρατικό επίπεδο. Μέσα από τον επαγγελματικό προσανατολισμό στο σχολείο, οι νέοι θα μελετούν τις πληροφορίες αυτές και με βάση τα στατιστικά για το ποια επαγγέλματα θα είναι πρόσφορα ή όχι στην Κύπρο ή την Ευρώπη σε μία πενταετία, θα έχουν την ευκαιρία να επιλέγουν αναλόγως τι θα σπουδάσουν.

Επιπροσθέτως, το κράτος καλείται να δώσει κίνητρα στα πανεπιστήμια για να αναπτύξουν προγράμματα αειφόρου επαγγελματικής ανάπτυξης και διά βίου μάθησης, τα οποία παρέχουν ευκαιρίες για κατάρτιση μέσα και έξω από τον χώρο εργασίας.

Ταυτοχρόνως, οφείλει να δώσει και οικονομική στήριξη στα άτομα για να παρακολουθούν τέτοια προγράμματα και κυρίως στους άνεργους νέους. Με τον τρόπο αυτό, το ανθρώπινο δυναμικό θα επανακαταρτίζεται διά βίου με βάση τις νέες συνθήκες που θα επικρατούν και συνεπώς, δεν θα στερείται των δεξιοτήτων που απαιτούνται από την αγορά στην εκάστοτε εποχή και με τον τρόπο αυτό θα διασφαλίζεται η εργασιακή απασχόληση.

Επίσης, κίνητρα πρέπει να δοθούν και για την εισαγωγή μαθημάτων επιχειρηματικότητας, καινοτομίας και χρηματοοικονομικού γραμματισμού στα προγράμματα σπουδών όλων των φοιτητών και φοιτητριών σε όλους ανεξαιρέτως τους κλάδους σπουδών. Σε τέτοιου είδους μαθήματα, οι φοιτητές/τριες θα έχουν την ευκαιρία να μαθαίνουν πώς μπορούν να δημιουργήσουν μια επιχείρηση, από που μπορούν να αντλήσουν κονδύλια για νεοφυείς εταιρίες, αλλά και πώς μπορούν να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα της επιχείρησής τους με βάση τις αρχές του σύγχρονου μάνατζμεντ.

 

Αναφορικά στη σχολική εκπαίδευση, το κράτος καλείται να εντάξει την «επανάσταση δεξιοτήτων» στα αναλυτικά προγράμματα τόσο της πρωτοβάθμιας, όσο και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, προκειμένου να δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες για τις μελλοντικές γενιές σε όλα τα επίπεδα ζωής, αλλά κυρίως και όσον αφορά στην οικονομική τους ανάπτυξη.

Οι μαθητές και οι μαθήτριες στη σύγχρονη εποχή καλό είναι να διδάσκονται περισσότερο «ήπιες δεξιότητες» (soft skills), και λιγότερο «στείρες γνώσεις», όπως η ανεξάρτητη σκέψη, η επιχειρηματικότητα, η επίλυση προβλήματος, καθώς και οι δεξιότητες έρευνας, αναζήτησης, ανάλυσης και σύνθεσης πληροφοριών. Επιπροσθέτως, το κράτος, αξιοποιώντας κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οφείλει να ενισχύσει τα σχολεία με σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό και γρήγορες ασύρματες συνδέσεις στο διαδίκτυο.

Στην εποχή της τεχνολογικής «έκρηξης», η ψηφιοποίηση της μάθησης και της εκπαίδευσης είναι εκ των ων ουκ άνευ και ως εκ τούτου, και συνεπώς το κράτος οφείλει να εκπαιδεύσει κατάλληλα τους εκπαιδευτικούς, αλλά και να αναπτύξει την ψηφιακή πολιτότητα σε όλα τα νεαρά άτομα. Τέλος, η εποχή του κορονοϊού επιβάλλει τον ολοκληρωμένο πολιτικό σχεδιασμό της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, η οποία καλό είναι να αξιοποιείται συνδυαστικά, αλλά όχι αποκλειστικά και μετά την πανδημία.

Tο κράτος καλείται να βελτιώσει τις υφιστάμενες δομές της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, σχεδιάζοντας ειδικά αναλυτικά και ωρολόγια προγράμματα, αναπτύσσοντας ομάδες ψηφιοποιημένου εκπαιδευτικού υλικού και εργαλείων, παρέχοντας σε εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές εκτεταμένη κατάρτιση στις ψηφιακές δεξιότητες και αναπτύσσοντας μηχανισμούς και δείκτες για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.